Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

Ηφαιστος


Ήφαιστος. Tο άσχημο παιδί.
Ο γιός του Δία και της Ήρας.
Ντροπιασμένη η μάνα του, τον πέταξε στη θάλασσα
από την κορυφή του Ολύμπου.

Μα πάντα βρίσκεται μια Θέτις, μια Ευρυνόμη
για να περιμαζέψει τους Ηφαίστους με στοργή.
Άλλοτε πάλι, θα βρεθούν
της μοναξιάς οι λύκοι
που θα τους αναθρέψουν.

Κι εσύ που τους Ηφαίστους υποτίμησες,
που την αξία τους δε λογάριασες καλά,
έχε στο νού σου η μέρα δεν αργεί
που η Ήρα θ' αναρωτηθεί:

- Ποιου καλλιτέχνη -υψηλής αισθητικής-
είναι τούτο το αριστούργημα;
Ποιος σκάλισε εξαίσια του Δία τη μορφή;
Ποιος κέντησε άψογα την Ήρα με χρυσάφι;

- Ο Ήφαιστος κυρία...
Ο Ήφαιστος, τ΄άσχημο παιδί.



Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Το καΐκι


Όνειρο το ‘χε κείνο το καΐκι
και κλαίγεται, οδύρεται, αγρυπνά
που η θεά δεν το ‘θελε η τύχη
να έχει περισσότερα λεφτά
να ‘χει ένα σπίτι να πουλήσει, ένα τσιφλίκι.

Και παίρνει, ξεκινά έναν κουμπαρά.
Όποτε περισσεύει χαρτζιλίκι,
σπρώχνει τον οβολό του, τον παρά.
Κόβει απ' το φαγητό, κόβει απ' το νοίκι
κόβει απ’ τα χείλη τη μιλιά.

Όλα για τ' όνειρό του: το καΐκι.

Μα φθίνει η ζωή, κυλάει φρίκη.
Γκρινιάζει κι η γυναίκα, αγκομαχά.
Τέτοιο δε γνώρισε άλλο ρεζιλίκι
"Αυτό μας μάρανε -σχολιάζει- μοναχά..."
Μετά στο πλύσιμο επιστρέφει και στο μπρίκι.

Κείνος ρεμβάζει και παραμιλά:
"Σκέψου τη θάλασσα, τον ήλιο τεφαρίκι...
Βαθύς ορίζοντας. Το άγνωστο να γελά!
Σκέψου τριγύρω μας τα πλάτη και τα μήκη"
κι αποκοιμιέται σε μια θάλασσα πλατιά
που πλέει ωραίο, στ' όνειρό του, το καΐκι...

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

Χαρταετοί


Είμαστε πέντε αδέρφια.
Όταν ήμασταν παιδιά, κάθε καθαρά Δευτέρα
βγαίναμε στο μπαλκόνι με τη Ντίνα
και μετρούσαμε τους χαρταετούς.

Τώρα, πάνε αυτά.
Πάντως.. να σου πω κάτι;
Εγώ ακόμα τους μετράω.
Μπορεί κι η Ντίνα να τους μετράει..



Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

Εκείνο


Εκείνο που όσο δεν προσεγγίζεται,
μ' αφήνει πάντα εντυπωσιασμένο·
εκείνο που όταν ποδοπατιέται, ξεσκίζεται,
ένα άλλο «εκείνο» προσφέρεται, ξένο.

Το ιδανικό, το άφθαρτο, εκείνο
το δανεικό, το αιώνιο χρέος
που δεν ξεπληρώνεται όσα κι αν δίνω,
ελεύθερος να 'μαι κι ωραίος.


Αέναο ποταμάκι που χύνεται..
Το άπειρο, το μέγα.
Εκείνο που ό
σο το σκέφτεσαι,
γίνεται
το άλφα σου και το ωμέγα.


Αειθαλές, παρθένο, ευήλιο,
που αισθήματα δεν έχει, ούτε μπέσα.
Όταν σβήνεται απ' την υφήλιο,
στο υποσυνείδητο διπλώνεται μέσα.


Η σοφία, εντός του όλη κλείνεται.
Το ατίθασο, το υπέρλαμπρο ένα
·
κι η ιδέα του, κισσός που επεκτείνεται
στα μάτια, στην καρδιά, στον αυχένα.


Εκείνο το μεγαλειώδες μικρό,
το υπέρτατο απωθημένο
που μέλει σβήσει νεκρό
είτε αγγίζοντάς το, είτε αφημένο.


Εκείνο, που όταν δε συλλογίζεσαι,
μέσα στ' αγγεία σου βράζει.
Πίσω απ' το δάχτυλό σου όταν κρύβεσαι,
σα μάτι πελώριο κοιτάζει.


Εκείνο που το ξέρει κι ένα νήπιο..
μα αβέβαιος ο σοφός το εξετάζει
·
που κείτεται μέσα μας ήπιο
και σαν αγρίμι ουρλιάζει.


Εκείνο που δείχνεις με το δάχτυλο,
που μπρος του το βήμα σου σέρνει.
Πηγαίνεις
· μα ένα νέο, εφάμιλλο
ορίζοντα ατέρμονα φέρνει.


Εκείνο το περίπλοκα απλό..
Εκείνο που ποτέ δεν το ξέχασες
Εκείνο που το ξέρει κι ένα νήπιο..