Κυριακή 13 Μαρτίου 2022

[Κάθε πρωί...]


Κάθε πρωί που ξυπνάω
στο τραπέζι μου πάνω προσμένει
μια λευκή σελίδα σαν πιάτο
η ποίηση να με κατασπαράξει.

Αν κάποια μνήμη διψάσω,
λίγη ομορφιά, έναν κήπο, μια αγάπη,
με τα κρύσταλλα μες το ντουλάπι
καρτερεί, να με πιει στο ποτήρι.
 
Κι αν θέλω να ξαποστάσω,
αν πεθύμησα λίγη γαλήνη
εκεί πιο πολύ μ' αγαπάει,
εκεί πιο πολύ με ξεσκίζει.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2020

Ολομόναχα δέντρα


Στο μεγάλο λιβάδι, ολομόναχα δέντρα.
Η βροχή σηκώνεται προς τα πάνω.
Ένας τεράστιος ήχος κλείνεται στη σιγή,
ο νεκρός ανοίγει τα μάτια.
Στο σημείωμα σβήνονται οι λέξεις, καθώς
ο ήλιος ανεβαίνει στη δύση.
Κάποιος μπαίνει με την πλάτη στο σπίτι
και μιλάει μιαν άγνωστη γλώσσα.
Τα δάκρυα κυλούν προς τα μάτια,
στην καρδιά του έρχεται η αγάπη·
τα ολομόναχα δέντρα, το μεγάλο λιβάδι..

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2019

Θα σου πω που πήγε αυτό το καλοκαίρι


Θα σου πω που πήγε αυτό το καλοκαίρι.
Βρήκε το πιο μικρό τριαντάφυλλο στον κήπο
και λίγο πριν τον τελευταίο του χτύπο
σκόρπισε ρόδινη βροχή σ' ένα παρτέρι.

Στα χέρια σου ό,τι κράτησες δικό του,
από τις χούφτες σου πετάει περιστέρι.
Τώρα ψηλά, σε κάποια θάλασσα του νότου
στο ράμφος του -ελιά- το μεταφέρει.

Τράβηξε αν θέλεις το παιδάκι που αγναντεύει,
σφίγγει τα χέρια και δεν το κουνάει ρούπι.
Ζεστό το αίμα του ακόμα, ταξιδεύει
στην κοιλιά από ένα κουνούπι.

Ξέρω γιατί το χελιδόνι πάει στη δύση.
Κόβει απ' τον ήλιο ένα κομμάτι και μια φτέρη,
βρίσκει ένα δέντρο στην καρδιά και θα καθίσει
για να 'χεις πάντα στην καρδιά σου καλοκαίρι.

Θα σου πω που πάει η αγάπη όταν φεύγει.
Σκύβει ο ουρανός με το διάφανο του χέρι,
παίρνει το δάκρυ απ' το παιδάκι που δακρύζει
και μες τη νύχτα τ' ουρανού το κάνει αστέρι.

Αγκάλιασέ με, η καρδιά σου όσο αντέχει
καθώς τελειώνει γύρω μας το καλοκαίρι.
Προτού να φύγουμε ξανά για άλλα μέρη
έλα ας βουτήξουμε στη θάλασσα όπως βρέχει..

Είναι πιο όμορφη η θάλασσα όταν βρέχει.


Δευτέρα 27 Αυγούστου 2018

Μνήμη της Ζάκυνθος


Η Ιωάννα αγαπάει τον κήπο.
Λέει να βάψουμε τα παντζούρια
σκούρο πράσινο και του χρόνου,
τον τοίχο κόκκινο τερακότα.

Ενα λάστιχο σέρνει
τ’ αναμμένα τσιμέντα
της αυλής να δροσίσει.
Στο καλάθι οι μύγες βυζαίνουν τα σύκα
και τα ρούχα μυρίζουν ιώδιο απ’ τ’ αλάτι.

Για να νιώσει τη γλύκα,
το σταυρόλεξο αφήνει
και τα στάχυα κοιτώντας,
το ροδάκινο που ‘ναι
όλο μέλι, χαράζει.

Στέκει να ξαποστάσει
που απόκαμε τάχα,
λέει ένα αχ κι ανασαίνει
τον μαΐστρο απ τα βράχια
που -όλος έλεος- φέρνει
δενδρολίβανων αύρα.

Το καλοκαίρι θα κλείσει
σε μια ακίδα συννέφου,
στην καρδιά ενός ρόδου·
κι η ζωή είναι μόνο
ενα θρόισμα πλατάνου,
ηλιαχτίδα στα μάτια.

Η ζωή είναι μόνο
μια σταγόνα, που πέφτει
απ' τη γλώσσα ενός σκύλου
-δαχτυλίδι- στη στέρνα,
και χαλάει το πλατάνι
και σκορπάει τον ήλιο
που κοιτούσαμε μέσα.

Η ζωή είναι η αγάπη,
η ζωή είναι μία
κι η ζωή είναι τώρα.