Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέφη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέφη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Ο θείος Δημήτρης


«Το σκέφτηκα καλά και τ' αποφάσισα:
θα φύγω απ’ τα χωράφια σου πατέρα.
‘Δω που ριζώνω, χαραμίζομαι, πικραίνομαι.
Μηχανικός θα γίνω. Το ‘πα στη μητέρα
και θ' αποδείξω στο χωριό και στους ημέτερους,
πως μου αξίζει μια καλύτερη ημέρα"

Τον αχυρώνα για εργαστήρι ανακαίνισε
μα οι δουλειές δεν πήγανε σπουδαία.
Οι συγχωριανοί του τον εκμεταλλεύτηκαν
μιας σε κανέναν δεν μπορούσε να πει «όχι».
Σε ποιον; Στο φίλο του και άλλοτε στον ξάδερφο;
Στης καλοσύνης του πιάστηκε την απόχη..

-«Τι σου χρωστάω για τα φρένα και τα νήματα;»
-«Φίλε, εκατό δραχμές μόνο για σένα!»
-«Δημήτρη δε μου μένουν άλλα χρήματα.
Θα μου τα δώσεις για να κάνω τη δουλειά μου;
κι όταν με το καλό πιάσω λεφτά στα χέρια μου,
σε σένα θα τα δώσω πρώτα - πρώτα."

Τα μαύρα χέρια του πάνω στη φόρμα έτριβε
που επιδιόρθωσε, μόλις, το μηχανάκι:
-«Ξενύχτησα στη μηχανή και τα κατάφερα!»
-«Μήτσο θα στα δώσω τη Δευτέρα...»
-«Εντάξει Παντελή» κι ύστερα επέστρεφε
μ' απογοήτευση, στην αδιέξοδη καριέρα.

Ήταν σπουδαίος μηχανικός ο θείος μου.
Πανέξυπνος και πράος και ψυχούλα.
Όταν τα παράτησε λυπήθηκα.
Τον σκέφτομαι ν' αδειάζει, αργά, τα ράφια
και σα σκυλί δαρμένο όταν θα γύρισε
μες στη ντροπή, ξανά, στα άθλια χωράφια.

«Μήτσο δεν άντεξες ε; Μήπως δεν σου τα ‘λεγα;
Το ‘ξερα πως μια μέρα θα γυρίσεις...»
Αυτός που χρώσταγε, δικάζει: «Λάθος άνοιγμα.»
Και μία μπάμπω που στρογγυλοκάθεται
πλέκοντας, μ' απλοϊκή σοφία, ψελλίζει:
«Καιροί δεν είναι για επιχειρήσεις...»

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Το καΐκι


Όνειρο το ‘χε κείνο το καΐκι
και κλαίγεται, οδύρεται, αγρυπνά
που η θεά δεν το ‘θελε η τύχη
να έχει περισσότερα λεφτά
να ‘χει ένα σπίτι να πουλήσει, ένα τσιφλίκι.

Και παίρνει, ξεκινά έναν κουμπαρά.
Όποτε περισσεύει χαρτζιλίκι,
σπρώχνει τον οβολό του, τον παρά.
Κόβει απ' το φαγητό, κόβει απ' το νοίκι
κόβει απ’ τα χείλη τη μιλιά.

Όλα για τ' όνειρό του: το καΐκι.

Μα φθίνει η ζωή, κυλάει φρίκη.
Γκρινιάζει κι η γυναίκα, αγκομαχά.
Τέτοιο δε γνώρισε άλλο ρεζιλίκι
"Αυτό μας μάρανε -σχολιάζει- μοναχά..."
Μετά στο πλύσιμο επιστρέφει και στο μπρίκι.

Κείνος ρεμβάζει και παραμιλά:
"Σκέψου τη θάλασσα, τον ήλιο τεφαρίκι...
Βαθύς ορίζοντας. Το άγνωστο να γελά!
Σκέψου τριγύρω μας τα πλάτη και τα μήκη"
κι αποκοιμιέται σε μια θάλασσα πλατιά
που πλέει ωραίο, στ' όνειρό του, το καΐκι...

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012

Μηλιά


Δε βιάζομαι...
δε βιάζομαι να φτάσω
δε βιάζομαι να φτάσω, πια.

Αυτή η μηλιά ξεκίνησε κλαράκι,
ένα ασθενές δεντρί, ευαίσθητο κλαδάκι
που το χαλούσαν στο παιχνίδι, τα παιδιά.

Τη μπόλιαζε ο θείος μου·
μ' αβέβαιη λαλιά
ξεστόμιζε πως άλλο δε θ' αντέξει,
πως έρχεται κι η παγωνιά...

Κάποια στιγμή -χρόνια μετά-
έκοβε η μητέρα μου στο πιάτο
το ρόδινο το μήλο απ' τη μηλιά,
το κόκκινο το μήλο, το αφράτο.

..Κι άπλωνε τα χέρια, ζαρωμένος,
απ' τα εφτά κομμάτια, μοναχά
να δοκιμάσει έστω ένα ο καημένος.
Κι έτρωγε και του κοβόταν η μιλιά.

Δε βιάζομαι...
δε βιάζομαι να γίνω
δε βιάζομαι να γίνω, πια.