Τρίτη 16 Ιουνίου 2015

Ο Ηλίας


Ο Ηλίας μιλάει πολύ
και η γλώσσα πάει ροδάνι.
Τόσο γρήγορα ομιλεί,
που ούτε ο νους δε την προφτάνει..

Το είδε η μάνα, από παιδί
σαν κοιμόταν στο ντιβάνι,
με μια διάλεκτο τρελή
που μιλούσε στο ταβάνι.

Έτσι πήρε ένα βιολί,
δάσκαλο απ' την Κοζάνη,
να ασχολείται, γιατί φτάνει
πια, ο Ηλίας μιλάει πολύ.

Τη γαλήνη αναπολεί
τόσο που της έχει κάνει
το μυαλό ένα καζάνι
και της βγάζει τη χολή.

Μια πρωία όμως καλή,
ο Ηλίας που ψάρια πιάνει,
σπούδασε άρτια το βιολί
κι απ το σπίτι θα την κάνει.

Σκύβει και παρακαλεί 
για να φύγει στην Ορλεάνη
με τον Μήτσο απ' τη σχολή
και τη Χρύσα από τη Μάνη.

Κλαίει η μάνα και θρηνεί
και τη γη απ' τα πόδια χάνει
κι εύχεται στον Αϊ Γιάννη
να μη φύγει το παιδί...

...κι ας πάει η γλώσσα του, ροδάνι.


Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

Ηλιαχτίδα


Ψυχή μου, κρατάς
με μια ηλιαχτίδα
τον κόσμο ακέραιο.

Μια ανεπαίσθητη κίνηση
κι είναι εύκολο, τόσο,
να σπάσει ο ουρανός σα γυαλί.

Μ' ένα σου δάκρυ
να σβήσει ο ήλιος,
η θάλασσα ευθύς να καεί.

Ψυχή μου, κρατάς
τον κόσμο ακέραιο
με μια ηλιαχτίδα
λεπτή σαν κλωστή.


Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Βάλια


Μέσα στους πίνακες και μέσα στα βιβλία,
μέσα σε έργα τέχνης, σε γραπτά
·
μέσα στον άνεμο και μες τη συγκυρία,
μέσα σε άυλα πράγματα κι απτά

Αγάπησα ένα κορίτσι
που ήταν ωραίο σα ζωγραφιά,

που κραταγε ένα λουλουδάκι
και το μαδουσε αργα, αργά.
 

Ύστερα έμενε για λίγο
με το κλαδάκι στην ποδιά
και με τα πέταλα τριγύρω
και με το βλέμμα μακρυά..

Τώρα έτσι μόνος στην πλατεία
του Μον Πελιέ, βαδίζω αργά.

Πλάι μου, κυρίες με σκυλιά
σαν γαλλική φιλμογραφία.

Οι γέροντες με τα μπουκάλια
και το παιχνίδι στα χαρτιά.

Πέρα, χαμόγελα πλατιά
κι η δεσποινίς με τη βεντάλια.

Ψάχνω εκείνο το κορίτσι
που ήταν ωραίο σα ζωγραφιά,
που κράταγε ένα λουλουδάκι
και το μαδούσε αργά, αργά.

Την απάντηση που ψάχνει
να της την πω ψιθυριστά
μα τωρα πια ίσως δε θα 'ρθει..
Τώρα είναι αργά, αργά, αργά.
 

Τη λέν' Μαρία, τη λένε Βάλια;
Ποιον να ρωτήσω να μου πεί,

να βρώ την άκρη απ την κλωστή.
Σε λενε Ανθή; Σε λένε Θάλεια;

Ίσως να ήταν μια ιδέα,
ίσως δεν έψαξα καλά   
ή την προσπέρασα τυχαία
κι ούτε που πάλι θα 'ρθει πια.

Μέσα στους πίνακες και μέσα στα βιβλία,
μέσα σε έργα τέχνης, σε γραπτά
·
μέσα στον άνεμο και μες τη συγκυρία
μέσα σε άυλα πράγματα κι απτά

Αγάπησα ένα κορίτσι
που ήταν ωραίο σα ζωγραφιά...


Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

Παλιά καλοκαίρια


Τα παλιά τα καλοκαίρια
ήρθαν μέσα από τα βάθη
και τους έρωτες μας φέραν
με το άνθος και το αγκάθι·
και με το φιλί στο στόμα,
σ’ ένα αλλοτινό ακρογιάλι
μας χαρίσαν τη γαλήνη
σαν κοχύλι, σαν κοράλλι.

Ξάφνου παίρνει το κοχύλι
για ν’ ακούσει τους ανέμους
και τη θάλασσα ν’ ακούσει
κι όλους τους αγαπημένους.
Εγώ κάνω προς τα πέρα
πως τα κύματα κοιτάω,
με μια αχνή φωνή σβησμένη
ψιθυρίζει «Σ’ αγαπάω..»

Καθώς άγρυπνος ξαπλώνεις
πάνω στ’ άγουρα τα στήθη,
σου διηγείται μες το αυτί σου
τη ζωή σα παραμύθι
και την παίρνει ξάφνου ο ύπνος
απαλά, πάνω που λέει
πως είναι ωραίο το καλοκαίρι
κι είναι τόσο ευτυχισμένη.

Μες τα χέρια σου είμαι ωραίος
κι έχω γράψει τ’ όνομά μου
σ' ένα γράμμα που πηγαίνει
στα χείλη του πελάγου.
Σ' έχω δει άραγε στ' αλήθεια;
Σ' έχω δει στα όνειρά μου;

Ύπνο αιθέριο κοιμάται
το σκυλί στα σκαλοπάτια.
Οι γονείς μας είναι νέοι,
τα μαλλιά μπαίνουν στα μάτια
κι είναι όμορφο το σπίτι
τα απογεύματα όπως μπαίνει
το αεράκι στο σαλόνι
και ο ήλιος στα δωμάτια.

Χαιρετώ τα καλοκαίρια
που σταθήκαμε για λίγο
στην παλιά φωτογραφία
με χαμόγελα από ήλιο,
με το νεανικό το σώμα
και το βλέμμα με τ’ αστέρια.
Τα παλιά τα καλοκαίρια
σα δικά μας και σαν ξένα.