Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Κάποιος περιδιαβαίνει σ' ένα κήπο


Κάποιος περιδιαβαίνει σ' ένα κήπο.
Ήτανε λέει μαζί του η ζωή σκληρή
κι άδικη στάθηκε απέναντί του..

..Και περπατεί και περπατεί πάνω στη χλόη..
Χαλάει με το πόδι τα τριφύλλια,
αναρωτούμενος τι έκανε λάθος.
Τις συνιστώσες σκέπτεται κι όλες τις αιτιάσεις.

Βασανισμένος πάει αργά, αργά στον κήπο
κρατώντας στήριγμά του, ένα κλαρί
και καθαρίζει βατσινιές και αποφύσεις
κι η σκέψη μήπως έτσι ξεδιαλύνει...


Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Ο ερωτευμένος μάγειρας της οδού Σπύρου Μερκούρη


Eνώ η πάστα πίσω του κοχλάζει
και χύνεται απ' τον τέντζερη η σάλτσα,
κείνος υπέροχος μ' ευθύβολα και φάλτσα
αγγίγματα στη Νταίζυ που σφαδάζει

από ηδονή, νικάει τον χρόνο. Με δυο σάλτα,
αφήνουνε τα επίγεια μια στιγμή:
Tον Ζωρζ που ωρύεται "Στο τρία μια σαλάτα!"
τον κόσμο που προσμένει στη γραμμή...



Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Τα πουκάμισα


Η μάνα που διπλώνει τα πουκάμισα
του γιου της που σε λίγο είναι να φύγει,
στοργή αφήνει, χάδι, στα υφάσματα
κι αγάπη απ' των δακτύλων της τα ρίγη.

Περηφανεύεται: "Αυτό είναι το χρώμα του!"
και νιώθει στα μανίκια τ' αδειασμένα,
τα χέρια του παιδιού της και το σώμα του
όπως κουμπώνει τα κουμπιά του ένα - ένα.

Ύστερα φέρνει και το τελευταίο πουκάμισο
κι όπως αχνίζει ατμό του σίδερου η πρέσα,
αφήνει ένα δάκρυ, μαύρο δάκρυο
κι ένα αντίο ξεστομίζει από μέσα...


Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

Μελαγχολία των καφενείων της Σίψας


Στα καφενεία της Σίψας ο ήλιος διαχέεται
απ’ τα κρύσταλλα στα παλιά τραπέζια.
Στα παράθυρα μέσα, το απόγευμα φλέγεται
εξαίσια στου Ιούλη τα χέρια.

Τα καφενεία της Σίψας ρημάζουν· απλόχερα
τους χάρισε ο θεός τη γαλήνη.
Μόνο οι άνθρωποι λείπουν, να δούνε το λιόγερμα,
να πιούνε γουλιά καλοσύνη.

Τα καφενεία της Σίψας η πέτρα τα χαίρεται.
Α
φομοιώνονται απ’ το τοπίο.
Μουρμουράει η κυρά Λένη θρύλους και σιάζει, το
σεμέ κάτω απ' το ανθοδοχείο

για το ενδεχόμενο κάποιος σε λίγο να έρχεται
-ταξιδιώτης πέρα απ’ την πόλη-
στα καφενεία της Σίψας που η πέτρα τα χαίρεται
κ
ι αφυδατώνεται η ψυχούλα τους όλη...