Δευτέρα 27 Αυγούστου 2018

Μνήμη της Ζάκυνθος


Η Ιωάννα αγαπάει τον κήπο.
Λέει να βάψουμε τα παντζούρια
σκούρο πράσινο και του χρόνου,
τον τοίχο κόκκινο τερακότα.

Ενα λάστιχο σέρνει
τ’ αναμμένα τσιμέντα
της αυλής να δροσίσει.
Στο καλάθι οι μύγες βυζαίνουν τα σύκα
και τα ρούχα μυρίζουν ιώδιο απ’ τ’ αλάτι.

Για να νιώσει τη γλύκα,
το σταυρόλεξο αφήνει
και τα στάχυα κοιτώντας,
το ροδάκινο που ‘ναι
όλο μέλι, χαράζει.

Στέκει να ξαποστάσει
που απόκαμε τάχα,
λέει ένα αχ κι ανασαίνει
τον μαΐστρο απ τα βράχια
που -όλος έλεος- φέρνει
δενδρολίβανων αύρα.

Το καλοκαίρι θα κλείσει
σε μια ακίδα συννέφου,
στην καρδιά ενός ρόδου·
κι η ζωή είναι μόνο
ενα θρόισμα πλατάνου,
ηλιαχτίδα στα μάτια.

Η ζωή είναι μόνο
μια σταγόνα, που πέφτει
απ' τη γλώσσα ενός σκύλου
-δαχτυλίδι- στη στέρνα,
και χαλάει το πλατάνι
και σκορπάει τον ήλιο
που κοιτούσαμε μέσα.

Η ζωή είναι η αγάπη,
η ζωή είναι μία
κι η ζωή είναι τώρα.


Τετάρτη 30 Αυγούστου 2017

Ονειρεύτηκα πως γύρισα στο σπίτι


Ονειρεύτηκα πως γύρισα στο σπίτι.
Tι όμορφο όνειρο να το δει κανείς
για χρόνια από το σπίτι του όταν λείπει,
για χρόνια όταν προσμένουν κι οι γονείς.

Χθες το βράδυ ονειρεύτηκα το σπίτι
με τη χλόη του και τις τριανταφυλλιές.
Δυο παιδιά κοιτάζουν έξω απ' τον φεγγίτη·
ο ήλιος πέφτει χρυσαφένιος στις ελιές.

Ήλιε φώτιζε έτσι υπέροχα το σπίτι,
αεράκι πνέε μέσα απ' τις ιτιές
γιατί υπόσχομαι μια μέρα θα ΄
ρθω σπίτι,
τ' ονειρεύτηκα στον ύπνο μου εχθές.

Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

Στην πλατεία Εξαρχείων


Στην πλατεία Εξαρχείων
αντιγράφει ο "Αρίων"
στις κασέτες του, Μόμπυ,
Κάμελ, Κρίμσον και Ζάπα.

Κάποιος δίνει το χέρι
στον φλεγόμενο άντρα,
ένα βρέφος βουτάει
σε μια κοίτη γαλάζια.

Στην Αθήνα σαν πίσσα
πέφτει μαύρο σκοτάδι.
Η Χλόη ψοφά για ένα χάδι
για ψιλά και για σίσα.

Ο Μορφέας πριν έρθει
στο γαλάζιο της βλέμμα,
είδε ο ήλιος να πέφτει
κόκκινος σαν το αίμα.

Μες τη γυάλα της, κάνει
σαν χρυσόψαρο κύκλους,
αν της ρίξουν μια κόρα
«Ευχαριστώ» και την κάνει.

Ζω για χρόνια στη χώρα
που μ' έχει πικράνει,
είδα ανθρώπους στη μπόρα
είδα παιδιά μες τα κράνη.
Είδα αδερφός σ' αδερφό
να στρέφει την κάνη.

Έχω φάει στη μάπα
αυτόν που κάνει το μάγκα,
αδιανόητη πλέμπα
και δουλειές για δυο φράγκα.

Μόνο εδώ -λέει- βρίσκω
πια, το νόημα του κόσμου.
Ηχεί ακόμα, δικός μου,
ο ήχος της εφηβείας.

Η βροχή στο Σικάγο
η βεράντα στο Σόχο
ο λαμπρός ουρανός μου
η γη της επαγγελίας

στην πλατεία Εξαρχείων
που αντιγράφει ο "Αρίων"
στις κασέτες του, Μόμπυ,
Κάμελ, Κρίμσον και Ζάπα.

Ο παλιός έρωτάς μου,
«Μ' αγαπάς;» -«Μια για πάντα.»
Οι βραδιές στο Τριανόν
με τα φιλιά και με τ' άστρα.


Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

Ο σκύλος που μελαγχολεί


Μια συμφορά, κάποια κατήφια τον βαραίνει
το σκύλο που ξαπλώνει στην αυλή
και -αραιά- κοιτάζοντας το δέντρο, ξεθυμαίνει
και χύνει τη μουσούδα το σκυλί
·
λες η καρδιά του είναι πληγωμένη
και μια ανάμνηση καλή αναπολεί:
Το καλοκαίρι, το φαΐ και το παιχνίδι
με τα παιδιά να του πετάνε το κλαδί.


Έτσι, παύει μια στιγμή η φθορά και το άλγος.
Αγαπάει σαν παιδί, προσμένει Άργος
την κόρη που τα δάχτυλα σιμώνει
προς το μέτωπό του, τρυφερή.
Όταν μαζεύεται η οικογένεια στο σαλόνι,
πετάει το κουκουνάρι, τρώει το χιόνι.
Σαν άνθρωπος ο σκύλος ξεθυμαίνει,
ο σκύλος που μελαγχολεί...