Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

Ο σκύλος που μελαγχολεί


Μια συμφορά, κάποια κατήφια τον βαραίνει
το σκύλο που ξαπλώνει στην αυλή
και -αραιά- κοιτάζοντας το δέντρο, ξεθυμαίνει
και χύνει τη μουσούδα το σκυλί
·
λες η καρδιά του είναι πληγωμένη
και μια ανάμνηση καλή αναπολεί:
Το καλοκαίρι, το φαΐ και το παιχνίδι
με τα παιδιά να του πετάνε το κλαδί.


Έτσι, παύει μια στιγμή η φθορά και το άλγος.
Αγαπάει σαν παιδί, προσμένει Άργος
την κόρη που τα δάχτυλα σιμώνει
προς το μέτωπό του, τρυφερή.
Όταν μαζεύεται η οικογένεια στο σαλόνι,
πετάει το κουκουνάρι, τρώει το χιόνι.
Σαν άνθρωπος ο σκύλος ξεθυμαίνει,
ο σκύλος που μελαγχολεί...



Τρίτη 16 Ιουνίου 2015

Ο Ηλίας


Ο Ηλίας μιλάει πολύ
και η γλώσσα πάει ροδάνι.
Τόσο γρήγορα ομιλεί,
που ούτε ο νους δε την προφτάνει..

Το είδε η μάνα, από παιδί
σαν κοιμόταν στο ντιβάνι,
με μια διάλεκτο τρελή
που μιλούσε στο ταβάνι.

Έτσι πήρε ένα βιολί,
δάσκαλο απ' την Κοζάνη,
να ασχολείται, γιατί φτάνει
πια, ο Ηλίας μιλάει πολύ.

Τη γαλήνη αναπολεί
τόσο που της έχει κάνει
το μυαλό ένα καζάνι
και της βγάζει τη χολή.

Μια πρωία όμως καλή,
ο Ηλίας που ψάρια πιάνει,
σπούδασε άρτια το βιολί
κι απ το σπίτι θα την κάνει.

Σκύβει και παρακαλεί 
για να φύγει στην Ορλεάνη
με τον Μήτσο απ' τη σχολή
και τη Χρύσα από τη Μάνη.

Κλαίει η μάνα και θρηνεί
και τη γη απ' τα πόδια χάνει
κι εύχεται στον Αϊ Γιάννη
να μη φύγει το παιδί...

...κι ας πάει η γλώσσα του, ροδάνι.


Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

Ηλιαχτίδα


Ψυχή μου, κρατάς
με μια ηλιαχτίδα
τον κόσμο ακέραιο.

Μια ανεπαίσθητη κίνηση
κι είναι εύκολο, τόσο,
να σπάσει ο ουρανός σα γυαλί.

Μ' ένα σου δάκρυ
να σβήσει ο ήλιος,
η θάλασσα ευθύς να καεί.

Ψυχή μου, κρατάς
τον κόσμο ακέραιο
με μια ηλιαχτίδα
λεπτή σαν κλωστή.


Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Βάλια


Μέσα στους πίνακες και μέσα στα βιβλία,
μέσα σε έργα τέχνης, σε γραπτά
·
μέσα στον άνεμο και μες τη συγκυρία,
μέσα σε άυλα πράγματα κι απτά

Αγάπησα ένα κορίτσι
που ήταν ωραίο σα ζωγραφιά,

που κραταγε ένα λουλουδάκι
και το μαδουσε αργα, αργά.
 

Ύστερα έμενε για λίγο
με το κλαδάκι στην ποδιά
και με τα πέταλα τριγύρω
και με το βλέμμα μακρυά..

Τώρα έτσι μόνος στην πλατεία
του Μον Πελιέ, βαδίζω αργά.

Πλάι μου, κυρίες με σκυλιά
σαν γαλλική φιλμογραφία.

Οι γέροντες με τα μπουκάλια
και το παιχνίδι στα χαρτιά.

Πέρα, χαμόγελα πλατιά
κι η δεσποινίς με τη βεντάλια.

Ψάχνω εκείνο το κορίτσι
που ήταν ωραίο σα ζωγραφιά,
που κράταγε ένα λουλουδάκι
και το μαδούσε αργά, αργά.

Την απάντηση που ψάχνει
να της την πω ψιθυριστά
μα τωρα πια ίσως δε θα 'ρθει..
Τώρα είναι αργά, αργά, αργά.
 

Τη λέν' Μαρία, τη λένε Βάλια;
Ποιον να ρωτήσω να μου πεί,

να βρώ την άκρη απ την κλωστή.
Σε λενε Ανθή; Σε λένε Θάλεια;

Ίσως να ήταν μια ιδέα,
ίσως δεν έψαξα καλά   
ή την προσπέρασα τυχαία
κι ούτε που πάλι θα 'ρθει πια.

Μέσα στους πίνακες και μέσα στα βιβλία,
μέσα σε έργα τέχνης, σε γραπτά
·
μέσα στον άνεμο και μες τη συγκυρία
μέσα σε άυλα πράγματα κι απτά

Αγάπησα ένα κορίτσι
που ήταν ωραίο σα ζωγραφιά...