Τετάρτη 3 Αυγούστου 2022

Μια λάθος απόφαση


Πρώτη φορά νιώθω να παίρνω
μια τόσο λάθος απόφαση.
Ανέβηκα το λόφο του Στράνη
να βρω κι εγώ λίγη ηρεμία.

Στάθηκα στην άκρη του λόφου
μια λιόχαρη, μια υπέρλαμπρη μέρα.
Κοίταξα τα ελαιόδεντρα ολόγυρα,
τον κάμπο, τη θάλασσα πέρα.

Κοίταξα έξω και κοίταξα μέσα.
Είδα το πριν, το μετά, είδα το τώρα.
Λυπήθηκαν τα μάτια μου απ’ όσα είδα.

Είδα αυτά που δεν έγιναν.
Είδα εκείνα που ποτέ δε θα γίνουν.
Είδα -αλλοίμονο- και όσα κατάφερα,
βέβαιος κατά βάθος
πως όλα για κάποιο λόγο συμβαίνουνε.

Το σωστό και το λάθος
είναι δύο έννοιες με κάποια σχετικότητα.
Σε βάθος χρόνου η ορθότητα
μιας απόφασης φαίνεται.
Να, σε μια στήλη τώρα διαφαίνεται
το χαίρε ω χαίρε ελευθερία.

Ρώτησα το άγαλμα του Σολωμού
κάποιος να μου πει με σοφία.

Και το άγαλμα αποκρίθηκε.
Τα σμιλεμένα μαλλιά του
σαλεύουν στον άνεμο.
Τα βλέφαρα ανοιγοκλείσαν.
Τα χείλη κινούνται με τις λέξεις:
«Έκανες μεγάλη μαλακία..»


Κυριακή 13 Μαρτίου 2022

[Κάθε πρωί...]


Κάθε πρωί που ξυπνάω
στο τραπέζι μου πάνω προσμένει
μια λευκή σελίδα σαν πιάτο
η ποίηση να με κατασπαράξει.

Αν κάποια μνήμη διψάσω,
λίγη ομορφιά, έναν κήπο, μια αγάπη,
με τα κρύσταλλα μες το ντουλάπι
καρτερεί, να με πιει στο ποτήρι.
 
Κι αν θέλω να ξαποστάσω,
αν πεθύμησα λίγη γαλήνη
εκεί πιο πολύ μ' αγαπάει,
εκεί πιο πολύ με ξεσκίζει.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2020

Ολομόναχα δέντρα


Στο μεγάλο λιβάδι, ολομόναχα δέντρα.
Η βροχή σηκώνεται προς τα πάνω.
Ένας τεράστιος ήχος κλείνεται στη σιγή,
ο νεκρός ανοίγει τα μάτια.
Στο σημείωμα σβήνονται οι λέξεις, καθώς
ο ήλιος ανεβαίνει στη δύση.
Κάποιος μπαίνει με την πλάτη στο σπίτι
και μιλάει μιαν άγνωστη γλώσσα.
Τα δάκρυα κυλούν προς τα μάτια,
στην καρδιά του έρχεται η αγάπη·
τα ολομόναχα δέντρα, το μεγάλο λιβάδι..

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2019

Θα σου πω που πήγε αυτό το καλοκαίρι


Θα σου πω που πήγε αυτό το καλοκαίρι.
Βρήκε το πιο μικρό τριαντάφυλλο στον κήπο
και λίγο πριν τον τελευταίο του χτύπο
σκόρπισε ρόδινη βροχή σ' ένα παρτέρι.

Στα χέρια σου ό,τι κράτησες δικό του,
από τις χούφτες σου πετάει περιστέρι.
Τώρα ψηλά, σε κάποια θάλασσα του νότου
στο ράμφος του -ελιά- το μεταφέρει.

Τράβηξε αν θέλεις το παιδάκι που αγναντεύει,
σφίγγει τα χέρια και δεν το κουνάει ρούπι.
Ζεστό το αίμα του ακόμα, ταξιδεύει
στην κοιλιά από ένα κουνούπι.

Ξέρω γιατί το χελιδόνι πάει στη δύση.
Κόβει απ' τον ήλιο ένα κομμάτι και μια φτέρη,
βρίσκει ένα δέντρο στην καρδιά και θα καθίσει
για να 'χεις πάντα στην καρδιά σου καλοκαίρι.

Θα σου πω που πάει η αγάπη όταν φεύγει.
Σκύβει ο ουρανός με το διάφανο του χέρι,
παίρνει το δάκρυ απ' το παιδάκι που δακρύζει
και μες τη νύχτα τ' ουρανού το κάνει αστέρι.

Αγκάλιασέ με, η καρδιά σου όσο αντέχει
καθώς τελειώνει γύρω μας το καλοκαίρι.
Προτού να φύγουμε ξανά για άλλα μέρη
έλα ας βουτήξουμε στη θάλασσα όπως βρέχει..

Είναι πιο όμορφη η θάλασσα όταν βρέχει.


Δευτέρα 27 Αυγούστου 2018

Μνήμη της Ζάκυνθος


Η Ιωάννα αγαπάει τον κήπο.
Λέει να βάψουμε τα παντζούρια
σκούρο πράσινο και του χρόνου,
τον τοίχο κόκκινο τερακότα.

Ενα λάστιχο σέρνει
τ’ αναμμένα τσιμέντα
της αυλής να δροσίσει.
Στο καλάθι οι μύγες βυζαίνουν τα σύκα
και τα ρούχα μυρίζουν ιώδιο απ’ τ’ αλάτι.

Για να νιώσει τη γλύκα,
το σταυρόλεξο αφήνει
και τα στάχυα κοιτώντας,
το ροδάκινο που ‘ναι
όλο μέλι, χαράζει.

Στέκει να ξαποστάσει
που απόκαμε τάχα,
λέει ένα αχ κι ανασαίνει
τον μαΐστρο απ τα βράχια
που -όλος έλεος- φέρνει
δενδρολίβανων αύρα.

Το καλοκαίρι θα κλείσει
σε μια ακίδα συννέφου,
στην καρδιά ενός ρόδου·
κι η ζωή είναι μόνο
ενα θρόισμα πλατάνου,
ηλιαχτίδα στα μάτια.

Η ζωή είναι μόνο
μια σταγόνα, που πέφτει
απ' τη γλώσσα ενός σκύλου
-δαχτυλίδι- στη στέρνα,
και χαλάει το πλατάνι
και σκορπάει τον ήλιο
που κοιτούσαμε μέσα.

Η ζωή είναι η αγάπη,
η ζωή είναι μία
κι η ζωή είναι τώρα.


Τετάρτη 30 Αυγούστου 2017

Ονειρεύτηκα πως γύρισα στο σπίτι


Ονειρεύτηκα πως γύρισα στο σπίτι.
Tι όμορφο όνειρο να το δει κανείς
για χρόνια από το σπίτι του όταν λείπει,
για χρόνια όταν προσμένουν κι οι γονείς.

Χθες το βράδυ ονειρεύτηκα το σπίτι
με τη χλόη του και τις τριανταφυλλιές.
Δυο παιδιά κοιτάζουν έξω απ' τον φεγγίτη·
ο ήλιος πέφτει χρυσαφένιος στις ελιές.

Ήλιε φώτιζε έτσι υπέροχα το σπίτι,
αεράκι πνέε μέσα απ' τις ιτιές
γιατί υπόσχομαι μια μέρα θα ΄
ρθω σπίτι,
τ' ονειρεύτηκα στον ύπνο μου εχθές.

Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

Στην πλατεία Εξαρχείων


Στην πλατεία Εξαρχείων
αντιγράφει ο "Αρίων"
στις κασέτες του, Μόμπυ,
Κάμελ, Κρίμσον και Ζάπα.

Κάποιος δίνει το χέρι
στον φλεγόμενο άντρα,
ένα βρέφος βουτάει
σε μια κοίτη γαλάζια.

Στην Αθήνα σαν πίσσα
πέφτει μαύρο σκοτάδι.
Η Χλόη ψοφά για ένα χάδι
για ψιλά και για σίσα.

Ο Μορφέας πριν έρθει
στο γαλάζιο της βλέμμα,
είδε ο ήλιος να πέφτει
κόκκινος σαν το αίμα.

Μες τη γυάλα της, κάνει
σαν χρυσόψαρο κύκλους,
αν της ρίξουν μια κόρα
«Ευχαριστώ» και την κάνει.

Ζω για χρόνια στη χώρα
που μ' έχει πικράνει,
είδα ανθρώπους στη μπόρα
είδα παιδιά μες τα κράνη.
Είδα αδερφός σ' αδερφό
να στρέφει την κάνη.

Έχω φάει στη μάπα
αυτόν που κάνει το μάγκα,
αδιανόητη πλέμπα
και δουλειές για δυο φράγκα.

Μόνο εδώ -λέει- βρίσκω
πια, το νόημα του κόσμου.
Ηχεί ακόμα, δικός μου,
ο ήχος της εφηβείας.

Η βροχή στο Σικάγο
η βεράντα στο Σόχο
ο λαμπρός ουρανός μου
η γη της επαγγελίας

στην πλατεία Εξαρχείων
που αντιγράφει ο "Αρίων"
στις κασέτες του, Μόμπυ,
Κάμελ, Κρίμσον και Ζάπα.

Ο παλιός έρωτάς μου,
«Μ' αγαπάς;» -«Μια για πάντα.»
Οι βραδιές στο Τριανόν
με τα φιλιά και με τ' άστρα.


Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

Ο σκύλος που μελαγχολεί


Μια συμφορά, κάποια κατήφια τον βαραίνει
το σκύλο που ξαπλώνει στην αυλή
και -αραιά- κοιτάζοντας το δέντρο, ξεθυμαίνει
και χύνει τη μουσούδα το σκυλί
·
λες η καρδιά του είναι πληγωμένη
και μια ανάμνηση καλή αναπολεί:
Το καλοκαίρι, το φαΐ και το παιχνίδι
με τα παιδιά να του πετάνε το κλαδί.


Έτσι, παύει μια στιγμή η φθορά και το άλγος.
Αγαπάει σαν παιδί, προσμένει Άργος
την κόρη που τα δάχτυλα σιμώνει
προς το μέτωπό του, τρυφερή.
Όταν μαζεύεται η οικογένεια στο σαλόνι,
πετάει το κουκουνάρι, τρώει το χιόνι.
Σαν άνθρωπος ο σκύλος ξεθυμαίνει,
ο σκύλος που μελαγχολεί...



Τρίτη 16 Ιουνίου 2015

Ο Ηλίας


Ο Ηλίας μιλάει πολύ
και η γλώσσα πάει ροδάνι.
Τόσο γρήγορα ομιλεί,
που ούτε ο νους δε την προφτάνει..

Το είδε η μάνα, από παιδί
σαν κοιμόταν στο ντιβάνι,
με μια διάλεκτο τρελή
που μιλούσε στο ταβάνι.

Έτσι πήρε ένα βιολί,
δάσκαλο απ' την Κοζάνη,
να ασχολείται, γιατί φτάνει
πια, ο Ηλίας μιλάει πολύ.

Τη γαλήνη αναπολεί
τόσο που της έχει κάνει
το μυαλό ένα καζάνι
και της βγάζει τη χολή.

Μια πρωία όμως καλή,
ο Ηλίας που ψάρια πιάνει,
σπούδασε άρτια το βιολί
κι απ το σπίτι θα την κάνει.

Σκύβει και παρακαλεί 
για να φύγει στην Ορλεάνη
με τον Μήτσο απ' τη σχολή
και τη Χρύσα από τη Μάνη.

Κλαίει η μάνα και θρηνεί
και τη γη απ' τα πόδια χάνει
κι εύχεται στον Αϊ Γιάννη
να μη φύγει το παιδί...

...κι ας πάει η γλώσσα του, ροδάνι.


Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

Ηλιαχτίδα


Ψυχή μου, κρατάς
με μια ηλιαχτίδα
τον κόσμο ακέραιο.

Μια ανεπαίσθητη κίνηση
κι είναι εύκολο, τόσο,
να σπάσει ο ουρανός σα γυαλί.

Μ' ένα σου δάκρυ
να σβήσει ο ήλιος,
η θάλασσα ευθύς να καεί.

Ψυχή μου, κρατάς
τον κόσμο ακέραιο
με μια ηλιαχτίδα
λεπτή σαν κλωστή.


Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Βάλια


Μέσα στους πίνακες και μέσα στα βιβλία,
μέσα σε έργα τέχνης, σε γραπτά
·
μέσα στον άνεμο και μες τη συγκυρία,
μέσα σε άυλα πράγματα κι απτά

Αγάπησα ένα κορίτσι
που ήταν ωραίο σα ζωγραφιά,

που κραταγε ένα λουλουδάκι
και το μαδουσε αργα, αργά.
 

Ύστερα έμενε για λίγο
με το κλαδάκι στην ποδιά
και με τα πέταλα τριγύρω
και με το βλέμμα μακρυά..

Τώρα έτσι μόνος στην πλατεία
του Μον Πελιέ, βαδίζω αργά.

Πλάι μου, κυρίες με σκυλιά
σαν γαλλική φιλμογραφία.

Οι γέροντες με τα μπουκάλια
και το παιχνίδι στα χαρτιά.

Πέρα, χαμόγελα πλατιά
κι η δεσποινίς με τη βεντάλια.

Ψάχνω εκείνο το κορίτσι
που ήταν ωραίο σα ζωγραφιά,
που κράταγε ένα λουλουδάκι
και το μαδούσε αργά, αργά.

Την απάντηση που ψάχνει
να της την πω ψιθυριστά
μα τωρα πια ίσως δε θα 'ρθει..
Τώρα είναι αργά, αργά, αργά.
 

Τη λέν' Μαρία, τη λένε Βάλια;
Ποιον να ρωτήσω να μου πεί,

να βρώ την άκρη απ την κλωστή.
Σε λενε Ανθή; Σε λένε Θάλεια;

Ίσως να ήταν μια ιδέα,
ίσως δεν έψαξα καλά   
ή την προσπέρασα τυχαία
κι ούτε που πάλι θα 'ρθει πια.

Μέσα στους πίνακες και μέσα στα βιβλία,
μέσα σε έργα τέχνης, σε γραπτά
·
μέσα στον άνεμο και μες τη συγκυρία
μέσα σε άυλα πράγματα κι απτά

Αγάπησα ένα κορίτσι
που ήταν ωραίο σα ζωγραφιά...


Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

Παλιά καλοκαίρια


Τα παλιά τα καλοκαίρια
ήρθαν μέσα από τα βάθη
και τους έρωτες μας φέραν
με το άνθος και το αγκάθι·
και με το φιλί στο στόμα,
σ’ ένα αλλοτινό ακρογιάλι
μας χαρίσαν τη γαλήνη
σαν κοχύλι, σαν κοράλλι.

Ξάφνου παίρνει το κοχύλι
για ν’ ακούσει τους ανέμους
και τη θάλασσα ν’ ακούσει
κι όλους τους αγαπημένους.
Εγώ κάνω προς τα πέρα
πως τα κύματα κοιτάω,
με μια αχνή φωνή σβησμένη
ψιθυρίζει «Σ’ αγαπάω..»

Καθώς άγρυπνος ξαπλώνεις
πάνω στ’ άγουρα τα στήθη,
σου διηγείται μες το αυτί σου
τη ζωή σα παραμύθι
και την παίρνει ξάφνου ο ύπνος
απαλά, πάνω που λέει
πως είναι ωραίο το καλοκαίρι
κι είναι τόσο ευτυχισμένη.

Μες τα χέρια σου είμαι ωραίος
κι έχω γράψει τ’ όνομά μου
σ' ένα γράμμα που πηγαίνει
στα χείλη του πελάγου.
Σ' έχω δει άραγε στ' αλήθεια;
Σ' έχω δει στα όνειρά μου;

Ύπνο αιθέριο κοιμάται
το σκυλί στα σκαλοπάτια.
Οι γονείς μας είναι νέοι,
τα μαλλιά μπαίνουν στα μάτια
κι είναι όμορφο το σπίτι
τα απογεύματα όπως μπαίνει
το αεράκι στο σαλόνι
και ο ήλιος στα δωμάτια.

Χαιρετώ τα καλοκαίρια
που σταθήκαμε για λίγο
στην παλιά φωτογραφία
με χαμόγελα από ήλιο,
με το νεανικό το σώμα
και το βλέμμα με τ’ αστέρια.
Τα παλιά τα καλοκαίρια
σα δικά μας και σαν ξένα.



Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Της Άμμου


Πύργους, πυργάκια στεριώνει χάμω:
Nα, ο ιππόκαμπος και το δελφίνι.          
Ε
νός χαμόγελου απόηχο, αφήνει
κι ίχνη, σταλιές, στην άμμο. 

Γράφει ένα όνομα, ένα στιχάκι
πλάι στη θάλασσα, κει που νεράκι
το κύμα χύνεται μ' ένα φιλάκι
κι απλώνει ολόξανθη, καινούργια άμμο.

Ξαναγεννιέται και παίζει και χαμογελάει.
Δημιουργεί, συγκεντρώνεται, τρέχει.
Παιδάκι αμάραντο μείνε κοντά μου..

όλη τη νιότη σου, δίνεις της άμμου. 

Kοιτά το σύννεφο· μετά, διαβάζει.
Ύστερα γεύεται απ' το μπράτσο τ' αλάτι.
Μια ηλιαχτίδα σκουπίζει απ το μάτι· 
στης ματαιότητας ξαπλώνει, την άμμο.

Άπειρο, αέναο, θα 'ρθει τ' αγέρι
κι απ' τα μαλλιά μας καθώς περάσει,
έργα και βήματα, θα τα χαλάσει
με της ασέβειας το άξεστο χέρι.                    

Θα έρθει απρόσκλητος χρόνος, να κόψει
ό,τι έχουμε, έστω λίγο, δικό μας
μα η μνήμη -εφτάψυχη- μες τ' όνειρό μας            
της ευτυχίας θα αναπλάθει την όψη.  

Πίσω ό,τι αφήνουμε, ένα κοχύλι.         
Στ' αυτί αν το φέρεις, σ' ανέμων χείλη
ακούς τη θάλασσα -αχός θαλάμου- 
και τα αιθέρια λόγια της άμμου.



Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

Τσαγκάρης


Ο τσαγκάρης σκύβει πάνω από σόλες,
βάφει δέρματα, διορθώνει τακούνια.
Με τις βούρτσες του και τα σαπούνια,
τις μέρες του πέρασε, όλες.

Ό,τι κι αν ρωτήσεις, το ξέρει...
Θέλεις να μάθεις; Ρώτησε τον τσαγκάρη!
-"Ευθεία κι αριστερά στο φανάρι"
Στον προορισμό σου -ακριβής- θα σε φέρει.

Μονάχα τι θα πει ευτυχία
ο κακομοίρης ο τσαγκάρης δεν ξέρει.
Στου καταστήματος την άκρα ησυχία,

ταιριάζει τα παπούτσια στη στέκα.
Κατεβάζει τα στόρια. Στο χέρι
κρατάει τα κλειδιά. Δύο και δέκα.



Τρίτη 27 Μαΐου 2014

Τριαντάφυλλο


Αγάπη μου ρόδο της άμμου,
τριαντάφυλλο,
απ' το άπειρον έναστρο έρχεσαι
κι απ' τ' άυλο.

Σταλιά ο δημιουργός σου δεν πόνεσε
που σ' έστειλε βορρά εδώ πέρα.
Δεν σου αξίζει, παρά αγάπη σαν θάλασσα,
ωχριά μπροστά σου η εξαίσια εσπέρα.

Αγάπη για λίγο δικιά μου
αγάπη μου ρόδο της άμμου,
τριαντάφυλλο.

Την ομορφιά σου απλόχερα μοίρασες
δώρο στους φτωχούς και τους μόνους
και στους καμμένους από αγάπη ανέστησες
παλιούς ανεξόφλητους πόνους.

Θα σε χαλάσουνε χέρια και στόματα
μα εσύ το 'χεις χρέος δικό σου
σα χρίσμα και βάρος που δόθηκε
χούφτες να κλέβουμε φως, απ' το φως σου.

Ουράνιο τόξο μου άπιαστο
αγάπη μου γράμμα αδιάβαστο
αγάπη μου ρόδο της άμμου,
τριαντάφυλλο.

Τεχνίτης


Πλάθει, τεχνίτης, ρίμες και μέτρα
σ
την ερημιά της στέπας και του κάκτου.
Σ
τη χώρα της ντροπής και του θανάτου
των λέξεων σμιλεύει την πέτρα.

Όσο αυτός -κεράκι- εξαντλείται,
παίρνει οστά το έργο του και σάρκα
μα της δικαίωσης δε φαίνεται η βάρκα,
μια επανάσταση μικρή ας συντελείται.

Μόνο έρχεται το μόχθο ν' απαλύνει
μία σιωπή κατάλευκη σα χιόνι
πάνω στο έργο που κρυφό θε ν' απομείνει.

Εκεί που ιδρώτα κι αίμα έχει αφήσει
ήδη της λήθης το γεράκι αργά σιμώνει
και με το ράμφος του, ευθεία θα βουτήσει.


Κυριακή 18 Μαΐου 2014

Ονειροπόλος


Ονειροπόλος, ο αρχιτέκτονας του ανύπαρκτου.
Στις πολιτείες του, φυσούν οι πέντε ανέμοι
των συνειρμών κι η φαντασία -μελάνι- χύνεται
σαν ξετυλίγεται των σκέψεων η ανέμη.

Ονειροπόλος, ο ανικανοποίητος·
ο συντριμμένος, ο θρασύς, ο μυθοπλάστης
που θρέφεται απ' την αποτυχία του
για να διαφεύγει στ' όνειρό του, μετανάστης.

Ονειροπόλος, ο φτωχός, ο καλοκάγαθος
που κολυμπά στης επινόησης τον πλούτο           
κι ως λούζεται την άγνοια φως ανίκητο,
της ευτυχίας γρατζουνάει το λαούτο.                      

Αν βρει τα σκούρα, πλάθει καταφύγιο
-για να γλιτώσει της αλήθειας το μολύβι-
ένα καλύβι απ' της ανάμνησης το άχυρο.          
Φύρα του ονειροπόλου το σπίτι.

Ονειροπόλος, ο εντός του αεικίνητος,
παραδομένος στη βαθιά, εκεί, πολυθρόνα.            
Ο αδικημένος που όμως μες την ουτοπία του,
φοράει της δικαίωσης τον χιτώνα.

Ο τυχοδιώκτης, που όσο και να το προσπάθησε,
βολεύτηκε στων μύθων του τη σκέψη
κι όσο απλώνονται στα πόδια του, βασίλειο,
είναι νωρίς στον έξω κόσμο να επιστρέψει. 


Ο Ναπολέων, που το θηρίο της σκέψης μάχεται
κι ευθεία προχωρεί στο βατερλό του.
Ο κακομοίρης θα επιστρέψει πάλι άπραγος
και νικημένος απ το ίδιο τ' όνειρό του...



Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Κάποιος περιδιαβαίνει σ' ένα κήπο


Κάποιος περιδιαβαίνει σ' ένα κήπο.
Ήτανε λέει μαζί του η ζωή σκληρή
κι άδικη στάθηκε απέναντί του..

..Και περπατεί και περπατεί πάνω στη χλόη..
Χαλάει με το πόδι τα τριφύλλια,
αναρωτούμενος τι έκανε λάθος.
Τις συνιστώσες σκέπτεται κι όλες τις αιτιάσεις.

Βασανισμένος πάει αργά, αργά στον κήπο
κρατώντας στήριγμά του, ένα κλαρί
και καθαρίζει βατσινιές και αποφύσεις
κι η σκέψη μήπως έτσι ξεδιαλύνει...


Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Ο ερωτευμένος μάγειρας της οδού Σπύρου Μερκούρη


Eνώ η πάστα πίσω του κοχλάζει
και χύνεται απ' τον τέντζερη η σάλτσα,
κείνος υπέροχος μ' ευθύβολα και φάλτσα
αγγίγματα στη Νταίζυ που σφαδάζει

από ηδονή, νικάει τον χρόνο. Με δυο σάλτα,
αφήνουνε τα επίγεια μια στιγμή:
Tον Ζωρζ που ωρύεται "Στο τρία μια σαλάτα!"
τον κόσμο που προσμένει στη γραμμή...



Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Τα πουκάμισα


Η μάνα που διπλώνει τα πουκάμισα
του γιου της που σε λίγο είναι να φύγει,
στοργή αφήνει, χάδι, στα υφάσματα
κι αγάπη απ' των δακτύλων της τα ρίγη.

Περηφανεύεται: "Αυτό είναι το χρώμα του!"
και νιώθει στα μανίκια τ' αδειασμένα,
τα χέρια του παιδιού της και το σώμα του
όπως κουμπώνει τα κουμπιά του ένα - ένα.

Ύστερα φέρνει και το τελευταίο πουκάμισο
κι όπως αχνίζει ατμό του σίδερου η πρέσα,
αφήνει ένα δάκρυ, μαύρο δάκρυο
κι ένα αντίο ξεστομίζει από μέσα...